fatten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

fatten (en)

  1. (αμετάβατο) παχαίνω, γίνομαι πιο παχύς, κερδίζω βάρος
  2. (μεταβατικό) παχαίνω, κάνω κάποιον ή κάτι πιο παχύ